Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2017

Τα 11α μου γενέθλια

Ήταν 21 Ιουνίου του 2006, όταν δημιούργησα αυτό το blog. Δεν ήξερα (και δεν πίστευα) ότι θα κρατούσε τόσα χρόνια. Το κράτησε όμως η αγάπη μου για το διάβασμα που δεν με εγκατέλειψε ποτέ, το διατήρησε στη ζωή το ενδιαφέρον με το οποίο το αγκάλιασαν πλήθος επισκέπτες, το πλούτισε η γνωριμία και η επικοινωνία με άλλους bloggers.
Από τότε ως σήμερα πολλά άλλα blogs γεννήθηκαν και πέθαναν, πολλοί άλλοι bloggers αραίωσαν ή διέκοψαν τη λειτουργία των blog τους. Η anagnostria, μαζί με κάποιους άλλους πιστούς, συνεχίζουμε να "ρίχνουμε μποτίλιες στο πέλαγος" της ανάγνωσης. Το διάβασμα, η αναζήτηση της καλής λογοτεχνίας, η ανταλλαγή απόψεων σε λογοτεχνικά θέματα, εξακολουθεί να είναι "μονάχη έγνοια μου".
Χρόνια πολλά και στον γνωστό-άγνωστο Πατριάρχη Φώτιο, που εγκαινίασε το Βιβλιοκαφέ του την ίδια μέρα που εγώ "γέννησα" την anagnostria. Εύχομαι να συνεχίσει να μας κερνάει τους μυρωδάτους καφέδες του για πολλά πολλά ακόμα χρόνια.



Παρασκευή, Ιουνίου 09, 2017

Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας

Έλενα Ακρίτα
Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας
Διόπτρα, 2017
(ebook)
Αν κάποιος θέλει να περάσει ένα ευχάριστο, ξεκούραστο, δροσερό και ενδιαφέρον αναγνωστικό Σαββατοκύριακο, ας προσπαθήσει να ανακαλύψει "Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας", διαβάζοντας το τελευταίο μυθιστόρημα της Έλενας Ακρίτα. Αστυνομικό και όχι μόνο. 
"Τα σερβίτσια είναι Rosenthal. Τα μαχαιροπίρουνα Christofle. Τα ποτήρια από κρύσταλλο Βοημίας. Ένα απαλό αεράκι ανασηκώνει ελαφρά τις άκρες απ' τα ιβουάρ τραπεζομάντιλα". Η εισαγωγική πρόταση του μυθιστορήματος μας βάζει κατευθείαν στον κόσμο της υψηλής αριστοκρατίας. Στην πανέμορφη, παλιά, κτίσμα του 1906, επιβλητική έπαυλη στην Κηφισιά, το ζεύγος Σκιαδά γιόρταζε τα 42 χρόνια του γάμου του. Εκείνη είναι η Ρεγγίνα Σκιαδά, το γένος Θεοτόκη, γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας Κερκυραίων. Με τίτλους αλλά χωρίς λεφτά. Εκείνος είναι ο πολιτικός Αντώνης Σκιαδάς, που έβαλε στόχο την προεδρία της Δημοκρατίας. Χωρίς τίτλους, αλλά με λεφτά από τη σαπωνοποιία του πατέρα του. Και μέσα σ' αυτή τη λαμπερή, χλιδάτη, εορταστική ατμόσφαιρα, μια σφαίρα αφήνει νεκρή την κόρη του ζεύγους.
Η δημοσιογράφος Ελσινόρη, γνωστή και από το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα της Ακρίτα (Φόνος 5 αστέρων), παρούσα στη βραδιά της γιορτής, θα βρεθεί μπλεγμένη στην υπόθεση, μια και της είχε ανατεθεί από την εφημερίδα της να γράψει για τον πολιτικό Σκιαδά. Η Ελσινόρη ζει τώρα στην περίφημη (γιατί εδώ έζησαν πασίγνωστα ονόματα της ελληνικής τέχνης και διανόησης) Μπλε Πολυκατοικία στα Εξάρχεια, μαζί με τον σύντροφό της, τον  Αντρέα.
Πολλά είναι τα πρόσωπα που θα αναμιχθούν στην υπόθεση. Εκτός από την οικογένεια Σκιαδά, είναι η Γιόλο, ένα μυστηριώδες μαυροντυμένο κορίτσι, είναι η Κλειώ, επικοινωνιολόγος του Σκιαδά, ο Ντίλαν συγκάτοικος στην Μπλε Πολυκατοικία, η Άννα, μια γυναίκα επίσης στην ίδια πολυκατοικία που υποφέρει από τη βίαιη συμπεριφορά του άντρα της, αλλά ακόμα και πρόσωπα του παρελθόντος, μια και η διρεύνηση του φόνου πάει πολύ πίσω, φτάνοντας ως τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Μ' αρέσει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "Αθηναϊκό αστυνομικό μυθιστόρημαο", όπως αυτά του Πέτρου Μάρκαρη. Τα γεγονότα έτσι όπως διαδραματίζονται στο οικείο σε όλους μας αθηναϊκό τοπίο, γίνονται πιο αληθοφανή. Τα Εξάρχεια, η Θεμιστοκλέους, η Ακαδημίας, η Ομήρου, το βιβλιοπωλείο "Πολιτεία", η Κηφισιά, το Κολωνάκι, η Εθνική Πινακοθήκη κ.ά. είναι χώροι στους οποίους κινούνται τα πρόσωπα του έργου.
Η αναφορά σε βιβλία, μουσικές, έργα Τέχνης, κινηματογραφικά έργα (αχ, αυτή η "Καζαμπλάνκα"), ανεβάζουν τη λογοτεχνική αξία του έργου. Και ασφαλώς απολαμβάνουμε και το γνωστό σατιρικό στυλ της Ακρίτα, που  δεν την εγκαταλείπει ούτε και στα αστυνομικά της μυθιστορήματα.
Σύγχρονο μυθιστόρημα, φυσικό είναι να βρίθει στοιχείων της σύγχρονης τεχνολογίας: Λάπτοπ, κάρτα μνήμης, SIM, facebook, tuitter, tuit, google, smartphone, μέιλ κ.λπ. αφθονούν στο μυθιστόρημα. Πολύ φυσικοί και οικείοι όροι στους χρήστες του διαδικτύου, ίσως μικρά εμπόδια για την πλήρη αναγνωστική απόλαυση από τους τεχνολογικά αναλφάβητους. (Στην Ελλάδα μόνο 60% περίπου είναι χρήστες διαδικτύου και στην Κύπρο 65%. Όχι και σπουδαίες επιδόσεις).
Μαθαίνουμε τον δολοφόνο κάπου τριάντα σελίδες πριν το τέλος. Αλλά στις τελευταίες γραμμές μια αιφνίδια ανατροπή μας δημιουργεί την εύλογη υποψία ότι η "Μπλε πολυκατοικία" θα έχει συνέχεια.

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

Λίγες και μια νύχτες

Ισίδωρος Ζουργός
Λίγες και μια νύχτες
Πατάκης, 2017
(ebook)
Ιστορία μιας ζωής, ιστορία μιας πόλης και ιστορία του 20ου αι. θα μπορούσε συνοπτικά  να χαρακτηριστεί το καινούριο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού. Πόλη η Θεσσαλονίκη και σε μικρότερο βαθμό  ο Πειραιάς, η Οδησσός, η Μασσαλία, η Αμβέρσα, οι χώροι όπου κινείται ο ήρωάς του, ο Λευτέρης Ζεύγος ή Ευγένιος Ζιρντό.
Για  άλλη μια φορά ο γνωστός συγγραφέας μας ταξιδεύει στο παρελθόν, αρκετά πιο κοντά μας από τον αιώνα στον οποίο έζησε ο Ματίας Αλμοσίνο. Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αι., συγκεκριμένα στο 1909, όταν ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ εγκαθίσταται σε μια έπαυλη στη Θεσσαλονίκη, την έπαυλη Αλλατίνι, στη συνοικία των Εξοχών, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας. Ήταν μια συνοικία με ωραίες επαύλεις που αντίκρυζαν τη θάλασσα, με εύπορους κατοίκους, κατά το πλείστον Εβραίους. Ανάμεσά τους και ο Αλπερέν Μπέης, σύμβουλος του σουλτάνου, εμφανιζόμενος ως μουσουλμάνος αλλά με εβραϊκές ρίζες.
Η νεαρή κόρη του Αλπερέν, η Μιρζά, επισκέπτεται τα βράδια τον σουλτάνο και ακούει τις αφηγήσεις του, σε μια αντιστροφή, θα λέγαμε, του ρόλου της Σεχραζάτ. Ο εντεκάχρονος γιος του κηπουρού της έπαυλης, ο Λευτέρης Ζεύγος, που κρυφακούει  τις βραδινές αφηγήσεις, ερωτεύεται τη νεαρή κόρη του Αλπερέν, τη Μιρζά. Είναι απ' εκείνους τους έρωτες που όσες γυναίκες κι αν γνωρίσει (και θα γνωρίσει πολλές) θα στοιχειώνει  ως το τέλος τη ζωή του.
Ο μικρός Λευτέηρης μεγαλώνει, η Μιρζά ανταποκρίνεται στον έρωτά του, αλλά ο πατέρας της και η ζωή θα τους χωρίσει για δεκαετίες ωσότου ξανασυναντηθούν. Η ζωή του Λευτέρη θα ακολουθήσει τις ιστορικές περιπέτειες του αιώνα. Τον διχασμό Βασιλιά-Βενιζέλου, την επιστράτευση, την αποστολή στην Ουκρανία στο πλάι του Λευκού στρατού, την αυτομόληση, τη φυγή μέσα από τη χιονισμένη στέπα, την άφιξη, με άλλο όνομα πια, στη Μασσαλία. Ο Λευτέρης λέγεται τώρα Ευγένιος Ζιρντό. Με τις κατάλληλες γνωριμίες, με τη βοήθεια της τύχης, των συμπτώσεων, των  ικανοτήτων του και των Γαλλικών που είχε μάθει από τη Γαλλίδα μητέρα του, θα γίνει ένας πλούσιος τυχοδιώκτης. Η ζωή και η δράση του τις επόμενες έξι περίπου δεκαετίες του 20ου αι. διεξάγεται αναπόφευκτα στο αντίστοιχο ιστορικό περιβάλλον, δίνοντας αφορμή στον συγγραφέα να αναφερθεί στα σχετικά ιστορικά γεγονότα. Από τον ελληνικό διχασμό στη Ρωσική Επανάσταση, από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την προσφυγιά στον Πειραιά στον Μεταξά, τον Χίτλερ και το Άουσβιτς, στο διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, στα Σεπτεμβριανά του '55 στην Κωνσταντινούπολη και πλήθος άλλα. Από τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης του 1917 ως το γκρέμισμα των ωραίων σπιτιών και την αντιπαροχή παρακολουθούμε τη σταδιακή μεταμόρφωση της Θεσσαλονίκης.
Ένα ωραίο, πρωτότυπο εύρημα του συγγραφέα είναι τα κεφάλαια που τιτλοφορεί "Στάσιμα". Σ' αυτά μαθαίνουμε ότι αυτό που διαβάζουμε είναι η μυθιστορηματική εκδοχή της πραγματικής ζωής του Ζιρντό. Γέρος πια και μισότυφλος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου προσλαμβάνει ως αναγνώστη τον νεαρό Ορέστη. Του αφηγήθηκε τη ζωή του κι εκείνος τη μετουσίωσε σε μυθιστόρημα που τώρα, στη "μια" νύχτα του τίτλου, του διαβάζει. Είναι ένα πολύ ωραίο εύρημα. Όχι μόνο γιατί προσδίνει αληθοφάνεια στο μυθιστόρημα, αφού αυτό που διαβάζουμε, μας λέει, είναι η εξιστόρηση της ζωής ενός υπαρκτού προσώπου, αλλά και γιατί δίνεται η ευκαιρία στους διαλόγους Ζιρντό-Ορέστη να θιγούν θέματα λογοτεχνίας. "Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα", σχολιάζει συχνά ο Ζιρντό, ή, "δεν απέδωσες σωστά τη ζωή μου". Και ο Ορέστης να απαντά: "Αυτός που θα μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών θα είναι ο φτιαγμένος από λέξεις και όχι από σάρκα". Το επιβεβαιώνει στην πράξη ο Ζουργός εμφανίζοντας τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση ως ένα υπαρκτό πρόσωπο που μπαίνει στη ζωή του Ζιρντό, που συνεταιρεύει μάλιστα μαζί του σε μια κλωστοϋφαντουργία.
Το "Λϊγες και μια νύχτες" είναι ένα πολυσέλιδο, πολυπρόσωπο βιβλίο που μέσα από την ιστορία μιας πολυκύμαντης ζωής καταγράφει λογοτεχνικά την ιστορία του μεγαλύτερου μέρους του 20ου αι. Η Θεσσαλονίκη ως χώρος, με την ιστορία και τις μεταμορφώσεις της, που υπήρξε προσφιλής λογοτεχνικός χώρος για πολλούς λογοτέχνες (θυμάμαι για παράδειγμα τα εξαίσια διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου) δεν παύει να εμπνέει τους συγγραφείς και να γοητεύει τους αναγνώστες.

Τετάρτη, Μαΐου 17, 2017

Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν

Έλενα Φερράντε
Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν
[Η Τετραλογία της Νάπολης, βιβλίο τρίτο]
Μετ. Δήμητρα Δούση
Πατάκης, 2017
"Βλέποντας τη Νάπολη με τη ματιά της Φερράντε, τη βλέπεις σαν ένας ντόπιος", γράφει στους NewYorkTimes η Ann Mah, δημοσιογράφος γνωστή για τα ταξιδιωτικά της κείμενα. Συμπληρώνει η ίδια: "Σε μια επίσκεψή μου τον Σεπτέμβρη η σειρά των βιβλίων (της Φερράντε) με οδήγησαν μακριά από τους συνήθεις τουριστικούς χώρους και με βοήθησαν να εξηγήσω την κοινωνική, οικονομική και γεωγραφική κατάσταση της πόλης". Συνεχίζει λέγοντας πως περπάτησε την πόλη όχι κρατώντας έναν τουριστικό οδηγό ή χάρτη αλλά την "Τετραλογία" της Φερράντε: Η υπέροχη φίλη μου, Το νέο όνομα, Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν, Το παιδί που εξαφανίστηκε (το τελευταίο δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει στα Ελληνικά). Για παράδειγμα, η Rione Luzzatti είναι η εργατική φτωχογειτονιά όπου μεγάλωσαν η Λίλα και η Έλενα, στη Piazza Municipio είναι το θυρωρείο όπου εργαζόταν ο πατέρας της Έλενας, αυτό το ογκώδες κτήριο είναι το Λύκειο που τέλειωσε η Έλενα, η Piazza dei Martiri είναι η κομψή πλατεία όπου επιστρέφουν ξανά και ξανά οι ήρωες του βιβλίου. Εδώ είναι και το βιβλιοπωλείο Feltrinelli, όπου η Έλενα παρουσιάζει το βιβλίο της, αυτός είναι ο αριστοκρατικός δρόμος Chiaia, εδώ είναι η οδός Vittorio Emmanuele, όπου βρισκόταν το σπίτι της καθηγήτριάς της και η Έλενα για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με μια άλλη κοινωνική τάξη, εδώ στην οδό Rettifilo η Λίνα αγόρασε το νυφικό της κ.λπ. κ.λπ.
Μόλις τέλειωσα το τρίτο από τα τέσσερα βιβλία της Φερράντε, με το αναγνωστικό ενδιαφέρον να ακολουθεί ανιούσα πορεία. Ίσως γιατί τώρα περιορίστηκαν τα πρόσωπα. Δεν έπαψαν βέβαια να υπάρχουν όλοι οι χαρακτήρες που γνωρίσαμε στα δυο προηγούμενα βιβλία της σειράς, τώρα όμως το αφηγηματικό φως καταυγάζει περισσότερο τις δυο φίλες, τις οικογένειές τους, τους συντρόφους τους και λιγότερο τον υπόλοιπο περίγυρο.
Οι δυο φίλες, η Λίλα και η Έλενα μεγαλώνουν. Γεννημένες το 1944, τις συναντάμε τώρα κάπου στα τριάντα τους, τη δεκαετία του '70. Η Λίλα, που παρά τις πνευματικές και άλλες ικανότητές της σταματά τη μόρφωσή της με την αποφοίτησή της από το δημοτικό, παντρεμένη στα 16 της, έχει ένα γιο, έχει χωρίσει από τον άντρα της, τον Στέφανο, και μετά από μια σύντομη συμβίωση με τον Νίνο, τον παλιό, κρυφό έρωτα της Έλενας, ζει τώρα με το παιδί της και τον Έντσο. Κι ενώ για την επιβίωσή της αγωνίζεται κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες εργάτρια σ' ένα εργοστάσιο αλλαντικών, θα έρθει σε επαφή και θα εργοδοτηθεί στους πρωτόγονους υπολογιστές, μια άγνωστη για τον κόσμο έννοια, που τώρα αρχίζουν να  κάνουν την εμφάνισή τους.
Η Έλενα, αν και δεν φαινόταν τόσο χαρισματική όσο η Λίλα, είχε ακολουθήσει μια πιο επιτυχημένη πορεία. Σπούδασε στην Πίζα, γνώρισε και παντρεύτηκε τον Πιέτρο Αϊρότα, από καλή οικογένεια, καθηγητή πανεπιστημίου, έγραψε ένα πολύ επιτυχημένο βιβλίο, αγωνίζεται να γράψει ένα δεύτερο, ενώ έχει αποκτήσει και δυο κόρες.
Οι σχέσεις των προσώπων και η πορεία τους στη ζωή δεν συμβαίνουν ασφαλώς στο κενό. Η πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, η σύγκρουση κομμουνισμού-φασισμού, η διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων, η απελευθέρωση της  γυναίκας, αποτελούν το πολιτικο- κοινωνικό-οικονομικό φόντο της ιστορίας. Όχι βέβαια με διακηρύξεις και μακροσκελείς περιγραφές, αλλά με γεγονότα ενταγμένα φυσιολογικά στη δράση των προσώπων.
Πολλοί προσπαθούν να εντοπίσουν ποια ή ποιος κρύβεται κάτω από το ψευδώνυμο Έλενα Φερράντε, μια και τίποτα δεν είναι γνωστό για τη συγγραφέα της "Τετραλογίας της Νάπολης". Νομίζω δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει ότι πρόκειται για ένα ελκυστικό βιβλίο, ένα βιβλίο που εκπέμπει  μεγάλη αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, που αναπαριστά με πειστικότητα αλλά χωρίς μακροσκελείς, ανιαρές περιγραφές του χώρου και του χρόνου. Όλα προβάλλουν με φυσικότητα μέσα από τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Εν τέλει, ένα βιβλίο που αξίζει, πιστεύω, τις επαινετικές κριτικές που δέχτηκε παγκοσμίως.

Τρίτη, Μαΐου 09, 2017

Το άλλο Κρυφό Σχολειό



Τάκη Γεωργίου, Το Άλλο Κρυφό Σχολειό
[Θεσμός του Σχολείου των Κρυφών Μηνυμάτων]
Κ.Μ Ζαχαράκης, 2017

Είναι πολύ πρόσφατη η διαμάχη, οι διαφωνίες, οι συζητήσεις, γύρω από το θέμα «Κρυφό σχολειό». Με πάθος αμφισβητήθηκε η ύπαρξη και λειτουργία του κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, με το ίδιο πάθος υποστηρίχθηκε. Ο γιατρός και συγγραφέας Τάκης Γεωργίου έρχεται με το καινούριο βιβλίο του να δώσει μια άλλη διάσταση, μια διαφορετική ερμηνεία του όρου «Κρυφό Σχολειό».
Αφού παραθέσει τα στοιχεία που συνέβαλαν στην ενίσχυση της άποψης για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού, όπως είναι το γνωστό παιδικό τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό…»,  το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά…» και πολύ περισσότερο ο πίνακας του Νικολάου Γύζη, με τον ιερέα να διδάσκει τα συγκεντρωμένα γύρω του παιδιά στο ημίφως της εκκλησιάς, ο Γεωργίου δεν εστιάζει στην αντιπαράθεση της ύπαρξης ή μη του Κρυφού Σχολειού. Δίνει ένα διαφορετικό νόημα στον όρο «Κρυφό Σχολειό», υποστηρίζοντας την διαμέσου των αιώνων λειτουργία του «Θεσμού του σχολείου των κρυφών μηνυμάτων». Όπως ο ίδιος γράφει, «με τον όρο «Το άλλο Κρυφό Σχολειό» καθορίζεται ο «Θεσμός του Σχολειού των Κρυφών Μηνυμάτων». Πρόκειται για τον διαχρονικό θεσμό ή καλύτερα για τον κανόνα συλλογικής συμπεριφοράς και δράσης, που συντηρούσε τη μεγαλειώδη ιστορική μνήμη της αρχαίας ελληνικής σοφίας και την προσδοκία της ελευθερίας».
Στο ευσύνοπτο, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του, με παράθεση και παραπομπή σε πλείστες ιστορικές πηγές, διατρέχει αιώνες ελληνικής Ιστορίας εντοπίζοντας τα γεγονότα, τους θεσμούς, τα πρόσωπα, διαμέσου των οποίων διατηρήθηκαν η γλώσσα, η εθνική συνείδηση, η γνώση του ιστορικού μεγαλείου του Γένους και η προσδοκία της ελευθερίας.
Ξεκινά από τις διώξεις των εθνικών κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, δηλαδή την καταστροφή οτιδήποτε ελληνικού ως ταυτόσημου με την ειδωλολατρία, το σπάσιμο των αγαλμάτων, το κλείσιμο της Πλατωνικής Ακαδημίας, τον τερματισμό των Ολυμπιακών Αγώνων, τις διώξεις των φιλοσόφων (με πιο χαρακτηριστική τη δολοφονία της φιλοσόφου και μαθηματικού Υπατίας). Προχωρεί στην Τουρκοκρατία με όλη τη γνωστή καταπίεση και καταδυνάστευση του ελληνικού πνεύματος και φτάνει ως τις μέρες μας με το κλείσιμο των σχολείων κατά τη διάρκεια του Ενωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959) και καταλήγει με τη δεύτερη, όπως την ονομάζει, Τουρκοκρατία και την καταπίεση των σχολείων στην Καρπασία.
Μέσα σε όλες αυτές τις ιστορικές περιόδους λειτούργησε, κατά τον συγγραφέα, «Το άλλο Κρυφό Σχολειό», ο «Θεσμός του Σχολείου των Κρυφών Μηνυμάτων». Άλλοτε με τους εθνικούς δασκάλους όπως ήταν ο Λιβάνιος (314-393 μ.Χ.), άλλοτε με τους κρυπτοεθνικούς λογίους του Βυζαντίου όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Πατριάρχης Φώτιος (810-893) και άλλοι, διασώθηκαν τα κλασικά κείμενα, η ελληνική γλώσσα και προπαντός η ελληνική εθνική συνείδηση.
Επιπλέον, τα ήθη και τα έθιμα, η λογοτεχνία στο Βυζάντιο, ποίηση, μυθιστόρημα, χρονογραφία, μεγάλοι δάσκαλοι του Άλλου Κρυφού σχολειού (ο Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός, ο Βησσαρίων, ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), τα πάμπολλα επαναστατικά κινήματα επί Τουρκοκρατίας, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα δημοτικά τραγούδια, τα κλέφτικα, οι Προφητείες και πολλά άλλα μέσα συνέβαλαν στη συνέχεια του ελληνισμού. Αξιοσημείωτο το κεφάλαιο στο οποίο δίνει παραδείγματα ακόμα και γονιδιακής συνέχειας.
Το βιβλίο κλείνει με αναφορά στο «Άλλο Κρυφό Σχολειό», αυτό της Αγίας Τριάδας και στη δασκάλα Ελένη Φωκά. Σχέδια των παιδιών και κείμενά τους, δείγματα των οποίων παραθέτει στο τέλος του βιβλίου, στοιχειοθετούν την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού.
Το βιβλίο του Τάκη Γεωργίου, αν και στηριγμένο στη μελέτη και γνώση των πηγών, δεν αποφεύγει τις προσωπικές απόψεις. Συχνά, ενίοτε και με χιούμορ, παραλληλίζει τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα με σύγχρονες καταστάσεις, αναφέροντας και προσωπικές εμπειρίες. 
Ασφαλώς, όπως κάθε προσωπική άποψη έτσι και οι απόψεις του συγγραφέα είναι πιθανόν να προκαλέσουν προβληματισμό, να γίνουν αφορμή για συζήτηση ή ακόμα και να αμφισβητηθούν. Κανένας όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για το Έθνος, την αισιοδοξία και την πίστη του στη συνέχεια του Ελληνισμού.







Τετάρτη, Απριλίου 26, 2017

Υπηρέτριες Ένα όνειρο, δυο χρώματα

Κάθριν Στόκετ
Υπηρέτριες Ένα όνειρο, δυο χρώματα
Μίνωας, 2010
Μετ. Αναστασία Δεληγιάννη
(ebook)
[Τίτλος πρωτοτύπου: The help, 2009]
Μετά από το σκληρό, "ανδρικό" μυθιστόρημα "Λίγη ζωή", νομίζω ήταν ό,τι έπρεπε για διάβασμα το "γυνακείο", τρυφερό, λίγο μελό μυθιστόρημα της αμερικανίδας Κάθριν Στόκετ. Δεν έγινε, βέβαια, σκόπιμα η επιλογή αυτή. Τυχαία μια μέρα, μιλώντας με μια νεαρή, μου ανέφερε την ταινία "The help" που της είχε αρέσει. Όταν μου είπε ότι η ταινία στηρίχτηκε σε βιβλίο, επόμενο ήταν να το αναζητήσω.
Για τους νεότερους, ακόμα και για μας τους παλαιότερους που έχουμε εμπειρίες ταινιών και διαβασμάτων για τις φυλετικές διακρίσεις, που υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες στον Αμερικανικό Νότο, ένα σύγχρονο βιβλίο που έχει ως θέμα αυτές τις διακρίσεις, ίσως μας φαίνεται εκτός εποχής. Έτσι φαινόταν και σε πολλούς εκδότες στους οποίους είχε απευθυνθεί η Κάθριν Στόκετ, οι οποίοι και το απέρριψαν. Όταν όμως βρέθηκε κάποιος που το εξέδωσε, το βιβλίο έγινε best seller, μεταφέρθυκε στον κινηματογράφο και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα.
Διαδραματίζεται στο Τζάκσον του Μισισίπι το 1962-1964. Τρεις είναι οι αφηγηματικές φωνές: Είναι η Έιμπιλιν, μια μαύρη υπηρέτρια που εκτός από τα άλλα της καθήκοντα φροντίζει κι ένα μικρό κοριτσάκι, η Μίνι, μια άλλη μαύρη υπηρέτρια, δυναμική, αθυρόστομη, που πέρα από την υπηρεσία της σε σπίτια λευκών, έχει η ίδια να φροντίσει πέντε δικά της παιδιά κι ένα μέθυσο σύζυγο που συχνά την ξυλοφορτώνει. Η τρίτη φωνή είναι αυτή της κυρίας Σκίτερ, μιας νέας κοπέλας που μόλις έχει τελειώσει τις σπουδές της και γυρίζει στην πατρίδα της, το Τζάκσον (πατρίδα και της συγγραφέως).
Η Σκίτερ, παρ' όλο ότι έχει μεγαλώσει και η ίδια με τη νοοτροπία του διαχωρισμού μαύρων και λευκών, βλέπει τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Αγανακτεί με τις διακρίσεις και η αγανάκτησή της κορυφώνεται όταν μια φίλη της, η Χίλι, που φαίνεται να έχει σημαντική θέση και βαρύνουσα γνώμη στην κοινωνία του Τζάκσον, προωθεί την ιδέα όλα τα σπίτια να χτίσουν ξεχωριστές τουαλέτες για χρήση των μαύρων υπηρετριών. Ακόμα περισσότερο δε, όταν μια μέρα βρίσκει στη βιβλιοθήκη  ένα φυλλάδιο με καταγραμμένους κάποιους από τους νόμους των διακρίσεων:
Κανείς δεν μπορεί να ζητήσει από οποιαδήποτε γυναίκα να παρέχει νοσηλευτικές υπηρεσίες σε θαλάμους ή δωμάτια που υπάρχουν μαύροι άντρες.
Ο νόμος επιβάλλει κάθε λευκό άτομο να παντρεύεται μόνο λευκό άτομο. Κάθε γάμος που παραβιάζει αυτή τη ρύθμιση θεωρείται άκυρος.
Κανείς μαύρος κουρέας δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του σε λευκές γυναίκες και κορίτσια.
Ο αρμόδιος λειτουργός δεν μπορεί να ενταφιάζει κάποιον μαύρο σε έδαφος που χρησιμοποιείται για την ταφή λευκών.
Τα βιβλία δεν μπορούν να ανταλλάσσονται μεταξύ σχολείων ατόμων διαφορετικού χρώματος, αλλά θα συνεχίσουν να ανήκουν αποκλειστικά στη φυλή που πρώτη τα χρησιμοποίησε.
Προσπαθώντας να γίνει συγγραφέας, η Σκίτερ αποφασίζει να καταγράψει αφηγήσεις και ιστορίες από τη ζωή των μαύρων υπηρετριών. Τη βοηθούν η Έιμπιλιν και η Μίνι, ενώ οι περισσότερες από όσες υπηρέτριες προσεγγίζονται αρνούνται. Ο φόβος τις διακατέχει, έστω κι αν δεν θα χρησιμοποιηθούν τα πραγματικά τους ονόματα ούτε θα αναφερθεί το Τζάκσον. Τελικά, με πολύ κόπο, η Σκίτερ κατορθώνει να γράψει και να εκδώσει το βιβλίο, πράγμα που θα έχει ποικίλες επιπτώσεις.
Το μυθιστόρημα της Στόκετ έχει συγκίνηση αλλά και χιούμορ. Στοιχεία της εποχής, τραγουδιστές όπως ο Μπομπ Ντίλαν, βιβλία όπως το "Όσα παίρνει ο άνεμος", πρόσωπα όπως η Ρόζα Παρκς ή ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η δολοφονία του Κένεντι και άλλα διαθίζουν το κείμενο ως απλές αναφορές, συμβάλλοντας στη δημιουργία της ατμόσφαιρας της εποχής.
Το βιβλίο έχει χαρακτηριστεί ως μελό. Μπορεί να είναι. Είναι όμως ένα αξιοπρεπές μελό, που μεταφέρει τον αναγνώστη στο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον των αρχών της δεκαετίας του '60, που κυλάει άνετα, που διαβάζεται ευχάριστα. Ό,τι λέει η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η κυρία Σκίτερ, για το βιβλίο της ισχύει νομίζω και για το βιβλίο της Στόκετ: "Σκοπός του βιβλίου είναι να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες πως είμαστε άνθρωποι όλες μας. Πως αυτά που μας χωρίζουν δεν είναι και τόσο πολλά. Όχι τουλάχιστον τόσα όσα πιστεύαμε".

Τρίτη, Απριλίου 18, 2017

Λίγη ζωή

Hanya Yanagihara
Λίγη ζωή (A little life)
Μεταίχμιο, 2016
Μετ. Μαρία Ξυλούρη
[ebook]
Στα τόσα χρόνια που διαβάζω, από τα εκατοντάδες βιβλία που διάβασα, πρώτη φορά μου συμβαίνει ένα βιβλίο να μου δημιουργεί τόσο αντιφατικά συναισθήματα. Συγκίνηση, λύπη, θυμό, απέχθεια, αηδία, θαυμασμό, θλίψη, χαμόγελο, δάκρυα, ανατριχίλα...Να φτάνω στο σημείο να λέω "φτάνει, ως εδώ, δεν μπορώ να διαβάσω παρακάτω" κι όμως ταυτόχρονα σαν μαγνήτης να με τραβά να συνεχίσω.
Αρχίζοντας το βιβλίο τίποτα δεν προετοιμάζει τον αναγνώστη για τη φρίκη που θα συναντήσει στη συνέχεια. Παρακολουθούμε μια συνηθισμένη ιστορία. Τέσσερις φοιτητές, που η συγκατοίκηση τους έκανε φίλους, συνεχίζοντας και μετά την αποφοίτησή τους τη φιλία τους, έρχονται στη Νέα Υόρκη και αρχίζουν να αγωνίζονται για την πραγματοποίηση των ονείρων τους. Ο Μάλκομ αρχιτέκτονας, ο Τζέι Εμ ζωγράφος, ο Γουίλεμ ηθοποιος και ο Τζουντ δικηγόρος. Όλοι, εκτός από τον Μάλκομ που έχει πλούσιους γονείς, ξεκινούν χωρίς καμιά οικονομική υποστήριξη. Στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν όλοι θα πετύχουν τους στόχους τους, όλοι θα γίνουν πλούσιοι και διάσημοι. Σιγά-σιγά όμως το φως του συγγραφικού προβολέα βλέπουμε να επικεντρώνεται σε έναν απ' αυτούς. Είναι ο ωραίος Τζουντ που συστηματικά αποφεύγει να μιλήσει για το παρελθόν του, που ξέρει ένα σωρό πράγματα, αλλά που οι άλλοι δεν ξέρουν τίποτα γι' αυτόν. "Ήξερε γαλλικά και γερμανικά. Ήξερε τον περιοδικό πίνακα. Ήξερε-όσο κι αν δεν ήθελε-μεγάλα παραθέματα της Βίβλου σχεδόν απέξω. Ήξερε πώς να βοηθήσει στη γέννα ενός μοσχαριού και να αλλάζει ντουί στις λάμπες και να ξεβουλώνει σιφόνια και τον καλύτερο τρόπο να μαζέψεις καρύδια (...) κι έπειτα ήξερε πράγματα που ευχόταν να μην ήξερε, πράγματα που ήλπιζε να μη χρειαστεί ποτέ να ξαναχρησιμοποιήσει, πράγματα που, όταν τα σκεφτόταν ή τα ονειρευόταν τη νύχτα, τον έκαναν να ζαρώνει από μίσος και ντροπή".
Θ' αργήσουμε να μάθουμε τι ήταν αυτά που "τον έκαναν να ζαρώνει από μίσος και ντροπή". Είναι η τεχνική της συγγραφέως ν' αφήνει υπονοούμενα, να σκορπά μόνο νύξεις για το άγνωστο παρελθόν του Τζουντ, το οποίο μας αποκαλύπτει αργά-αργά, σε δόσεις που δεν ακολουθούν πάντα ομαλή χρονολογική σειρά. Σ' ένα τόσο πολυσέλιδο βιβλίο (864 ηλεκτρονικές σελίδες) έρχονται στιγμές που ο αναγνώστης πλήττει, σαν ν' αποκοιμιέται και ξαφνικά η συγγραφέας μας δίνει μια σπρωξιά και ξυπνάμε και ανυπομονούμε να δούμε τι θα γίνει παρακάτω. Ονόματα ρίχνονται στην αφήγηση χωρίς πολλές εξηγήσεις, ο αδελφός Λουκ, ο πατέρας Γκαμπριέλε, η Άνα...Ποιοι ήταν αυτοί; Τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή του; "Η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει", θυμάμαι τον στίχο του Σεφέρη. Η φρίκη του παρελθόντος έχει εγκατασταθεί στην ψυχή και στο σώμα του Τζουντ. Επιτυχημένος πλέον δικηγόρος μεταπηδά από την Εισαγγελία ως διευθυντικό στέλεχος σε μια δικηγορική εταιρεία, από το άθλιο διαμέρισμα που μοιραζόταν με ένα από τους φίλους, τον Γουίλερ, αποκτά τώρα τον δικό του μεγάλο και όμορφο χώρο. Κι όμως ψυχικά δεν λέει να γιατρευτεί ποτέ. Συνεχώς χαρακώνει το σώμα του. Κρυφά τα βράδια το ξυράφι χαράζει τα χέρια του, το αίμα που τρέχει τον ανακουφίζει. Γιατί κόβεται ξανά και ξανά; "Μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο απαίσια, ή ντρέπομαι τόσο πολύ, και θέλω να σωματοποιήσω αυτό που νιώθω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο πολλά πράγματα και θέλω να μη νιώθω τίποτε απολύτως-με βοηθά να τα διώξω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω ευτυχισμένος, και πρέπει να μου υπενθυμίσω ότι δεν θα έπρεπε". Υποφέρει με τη σπονδυλική του στήλη, παθαίνει κρίσεις, κουτσαίνει, τον ταράζουν οι μολύνσεις, νοσηλεύεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο. Δεν υπάρχει πιο ρημαγμένο σώμα.
Οι φίλοι δεν παύουν να του συμπαραστέκονται. Καθώς τα χρόνια περνούν παρακολουθούμε και τη δική τους επιτυχημένη πορεία. Η συγγραφέας επικεντρώνει την προσοχή και την αφήγησή της στους ανθρώπους, στη ψυχολογία τους, στις ανθρώπινες σχέσεις. Η πόλη και ο περίγυρος ελάχιστα την απασχολούν. Δεν μαθαίνουμε τίποτα για την εποχή, για το πολιτιστικό, πολιτικό, ιστορικό ή άλλο περιβάλλον και μόνο από κάποιες αόριστες αναφορές στη σύγχρονη τεχνολογία τοποθετούμαστε στην  εποχή μας. Ούτε υπάρχουν περιγραφές της φύσης ή του αστικού τοπίου. Συνήθως βρέχει ή χιονίζει επιτείνοντας τη ζοφερή ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Οι χαρακτήρες της είναι ακραία κακοί ή ακραία καλοί. Από τη μια αυτοί που κακοποίησαν φρικτά τον Τζουντ στην παιδική του ηλικία κι από την άλλη όσοι με αγάπη και ανιδιοτέλεια του παραστάθηκαν σ' όλη του τη ζωή. Η Άνα από το ίδρυμα που τον παρακίνησε και τον ενθάρρυνε να σπουδάσει, ο γιατρός Άντι που τον παρακολουθούσε και τον φρόντιζε σ' όλες τις φάσεις των χαρακιών και των μολύνσεων, ο Χάρολντ, ο καθηγητής του στο Πανεπιστήμιο που τον βοήθησε στην ανέλιξή του και που η αγάπη του έφτασε στο σημείο να τον υιοθετήσει. Και πάνω απ' όλους ο Γουίλερ, ο επιτυχημένος ηθοποιός, φίλος και σύντροφός του.
Πέρα από την αξιοθαύμαστη τεχνική της Χαναγκιχάρα εντυπωσιάζουν οι γνώσεις της για πλείστα όσα θέματα. Νομική, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, μουσική, λογοτεχνία (από Προυστ μέχρι Τζέημς Τζόυς, Οδύσσεια και Ιλιάδα) διανθίζουν με αναφορές το μυθιστόρημα.
Το "Λίγη ζωή" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "ανδρικό μυθιστόρημα". Οι γυνακείοι χαρακτήρες είναι ελάχιστοι και με πολύ μικρό ρόλο. Είναι ακόμα μια σπονδή στην ανδρική φιλία και την ομοφυλοφιλία. Είναι μια καταγγελία της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, μα πάνω απ' όλα είναι ένα καλό βιβλίο.